ΑΕΡΟΦΩΝΑ
1. Φλογέρα – Νάι
2. Σουραύλι
3. Μαντούρα
·
Παίζεται
κυρίως στην Κρήτη και είναι όργανο με μονό γλωσσίδι[3].
·
Κατασκευάζεται
από καλάμι.
4. Ζουρνάς
·
Ο
ζουρνάς ή καραμούζα ή πίπιζα είναι όργανο με διπλό γλωσσίδι, στο οποίο οφείλει
τον οξύ και διαπεραστικό του ήχο. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και ο αυλός, το
κατεξοχήν πνευστό της αρχαίας ελληνικής μουσικής. Στην Πελοπόννησο και τη
Ρούμελη ονομάζεται πίπιζα, ενώ στη Μακεδονία, ζουρνάς. Είναι κατασκευασμένος
από ξύλο και το γλωσσίδι από καλάμι.
·
Αποτελείται
από 3μέρη : τον κυρίως ζουρνά, τον κλέφτη (επιστόμιο) και το μεταλλικό κανέλι, όπου στερεώνεται το καλαμένιο πιπίγκι (διπλό γλωσσίδι).
·
Μαζί με
το νταούλι, αποτελεί την πιο γνωστή ζυγιά της στεριανής Ελλάδας.
Συνήθως, παίζουν δύο ζουρνάδες μαζί, ο ένας για τη μελωδία και ο άλλος κρατάει
το ίσο.
·
Το γλωσσίδι
μπαίνει ολόκληρο στο στόμα του ζουρνατζή. Με το φύσημα, τα δύο χείλη του
γλωσσιδιού πάλλονται και παράγουν τον ήχο. Οι καλοί οργανοπαίχτες εφαρμόζουν
την τεχνική της κυκλικής αναπνοής, χρησιμοποιούν δηλαδή τη στοματική τους
κοιλότητα ως αποθήκη αέρα που εξακολουθεί να τροφοδοτεί το όργανο, ενώ αυτοί
εισπνέουν από τη μύτη. Έτσι, ο ήχος του ζουρνά δεν διακόπτεται ποτέ.
![]() |
5. Γκάιντα (άσκαυλος)
Ο
γκαϊντατζής κρατά το ασκί κάτω από την αριστερή του μασχάλη. Ο μακρύς αυλός
κρατιέται συνήθως κάτω από τη δεξιά μασχάλη ή ακουμπά στον ώμο ή στο μπράτσο ή
κρέμεται. Δίνει μόνον έναν ήχο, ο οποίος κουρδίζεται για να συνταιριάζει με τη
μελωδία.
6. Τσαμπούνα ή Ασκομαντούρα
Ο
τσαμπουνιέρης, όρθιος ή καθιστός, κρατά το ασκί κάτω από τη δεξιά του μασχάλη ή
όρθιο στο αριστερό του χέρι και το στήθος του. Όταν φυσάει, σφίγγει ταυτόχρονα
το ασκί, ώστε να υπάρχει σταθερή πίεση αέρα στα γλωσσίδια.
Τρόποι
παιξίματος :
α)
Με τον έναν αυλό, ο μουσικός παίζει τη μελωδία και με τον άλλον κρατάει το ίσο.
Από το είδος αυτής της συμφωνίας των ήχων των δύο αυλών, προέρχεται και η
ονομασία του οργάνου : συμφων-ία –
τσιμπόν – τσαμπούνα.
β) Κάθε δάχτυλο
πατάει και τους δύο παράλληλους αυλούς (δηλαδή τις δύο τρύπες, η μια απέναντι
από την άλλη, οι οποίες δίνουν και τον ίδιο ήχο).
Η
τσαμπούνα παίζεται μόνη της ή μαζί με αχλαδόσχημη λύρα ή με τουμπί.
Σύγκριση γκάιντας - τσαμπούνας
Τέλος,
εκτός από την τσαμπούνα από δέρμα ζώου, σε ορισμένα νησιά συναντούμε και μικρές
τσαμπούνες που έχουν έναν αυλό, προσαρμοσμένο σε κύστη ζώου (βοδιού, γουρουνιού
κ.ά.) αντί σε δέρμα. Πρόκειται για τα μονοτσάμπουνα
που πρωτοπαίρνουν τα μικρά παιδιά για να μάθουν να παίζουν. Τα όργανα αυτά φτιάχνονται
γρήγορα και εύκολα από τα ίδια τα παιδιά.
7. Κλαρίνο
·
Αποτελεί
βασικό όργανο της στεριανής κομπανίας.
![]() |
8. Μπουρού
Είναι
ένα όστρακο, από το οποίο έχει αφαιρεθεί η κορυφή του (τρίβοντάς το υπομονετικά
σε σκληρή πέτρα), ώστε να ανοιχθεί μια τρύπα ως επιστόμιο. Χρησιμοποιείται για
μετάδοση μηνυμάτων. Είναι γνωστή από
την αρχαιότητα.
9. Βούκινο
Κέρας
στην αρχαιότητα. Ηχητικό αντικείμενο από κέρατο ζώου. Από ένα διάταγμα της
Ενετικής Δημοκρατίας του 1360, μαθαίνουμε ότι στο Ηράκλειο της Κρήτης, οι
σκουπιδιάρηδες της εποχής εκείνης ειδοποιούσαν με το βούκινο τους κατοίκους να
φέρουν τα απορρίμματά τους στα κάρα. Χρησιμοποιούσαν και οι Έλληνες
καμηλιέρηδες που οδηγούσαν καραβάνια στην Κύπρο. Ανάλογο είναι και το εβραίικο σοφάρ,
ανοιχτό και στα δύο άκρα, αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα αερόφωνα που
επιζούν.
10. Λαλίτσες
Αηδονάκια
ή κούκοι ή νεροσφυρίχτρες. Μικρά κοίλα κεραμικά που φτιάχνονται στα εργαστήρια
λαϊκής αγγειοπλαστικής. Με ένα επιστόμιο (όπως στο σουραύλι) και μισογεμισμένα
με νερό κελαηδούν με το φύσημα. Ένα τέτοιο όργανο χρησιμοποίησαν οι Έλληνες για
να στείλουν μυστικά στα Γιάννενα την επαναστατική προκήρυξη του ’21. Λέει ο
πρωθυπουργός Κωλέτης το Νοέμβριο του 1845 :
ἤμην
εἰς τά Ἰωάννινα κατά τήν ἀρχήν
τῆς Ἐπαναστάσεως, ὄτε
οἱ πατριῶται τῆς Κερύρας μέ ἔπεμψαν
πράγματα τινά, μεταξύ τῶν ὁποίων εἶδα αἴφνης ἕνα κοῦκκον, δυό κούκκους, τρεῖς
κούκκους, τέσσαρας κούκκους, πέντε κούκκους. Παρατηρῶ,
σκέπτομαι τί θέλουν τόσοι κοῦκκοι
– καί τί εὑρίσκω ἐντός αὐτῶν; Τήν παροῦσαν προκήρυξιν…
και δείχνει την
περίφημη προκήρυξη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη,
25 Μαρτίου 1821.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
[1] Εκτός από αυτά, υπάρχουν και σουραύλια με
ίσιο επιστόμιο και τάπα, τα οποία είναι και πιο μακριά και τα συναντάμε στη Β.
Ελλάδα.
[2] Φελλός,
πείρος, πιπίνι, ψύχα, σουραυλόψυχα κ.ά., ανάλογα με την
περιοχή.
[3] Στο πάνω άκρο της, που είναι κλειστό από
τον κόμπο του καλαμιού, έχει μια λεπτή γλώσσα κομμένη στο τοίχωμα του
κυλινδρικού της ηχείου. Όταν παίζεται, όλο αυτό το μέρος μπαίνει μέσα στο στόμα
και με το φύσημα, πάλλεται το γλωσσίδι και δημιουργεί τον ήχο. Για να μη
στομώνει ο ήχος, περνούν κάτω από το γλωσσίδι μια κλωστή ή και τρίχα από τα
μαλλιά, οπότε η κλωστή αυτή κρατά το γλωσσίδι ελαφρά ανασηκωμένο, ώστε να
πάλλεται άνετα με το φύσημα και δημιουργεί καλύτερο ήχο.
[4] Το επιστόμιο, από όπου φυσά ο γκαϊντατζής,
και οι δύο αυλοί δεν δένονται κατευθείαν στο ασκί, αλλά προσαρμόζονται το
καθένα στο κεφαλάρι, μια βάση από ξύλο ή κόκκαλο μόνιμα δεμένη στο ασκί.
[5] Αποτελείται από τρία (3) κομμάτια, το ένα
μέσα στο άλλο, για να μπορεί να κουρδίζεται.
[6] Τα πρώτα κλαρινέτα κατασκευάστηκαν περί το 1700 από τον J. Ch. Denner στη
Νυρεμβέργη, αρχικά με λίγες τάπες, πιθανότατα από ένα λαϊκό όργανο που
ονομαζόταν στα γαλλικά chalumeau (ελλ. κάλαμος). Με το χρόνο αυξήθηκαν οι τάπες και βελτιώθηκε ο ήχος του
κλαρινέτου σημαντικά.